Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Safe...:)


Και μετά βρίσκεσαι να κάνεις βόλτα στα στολισμένα μαγαζιά.
Και μετά σε φυσάει ο κρύος αέρας.
Και μετά χαμογελάς με χαμόγελα.
Και μετά βλέπεις δικά σου πρόσωπα.
Και μετά σε περιποιούνται.
Και μετά σου χαρίζουν μια ζωγραφιά.
Και μετά σε αγκαλιάζουν τρυφερά.
Και μετά σου κρατάνε το χέρι σφιχτά.



And then...you feel safe.




Τους ανθρώπους της ζωής μου
κάθισα να μετρήσω
τους παρόντες,τους απόντες
κάνα δυο περαστικούς.
Όσους ήρθαν για να μείνουν
όσους έφυγαν πριν γίνουν,
τους κοινόχρηστους,τους ξένους,
τους πολύ προσωπικούς.

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
κι είναι η μοναξιά που επείγει
ό,τι με μελαγχολεί.
Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
σ'ένα μέτρημα που ανοίγει
την παλιά μου την πληγή.

Τους ανθρώπους της ζωή μου
θα'θελα να τους κρατήσω...
Τα αγρίμια,τους αγγέλους
και τους πιο κανονικούς.
Όσους άφησαν σημάδι
όσους πήρε το σκοτάδι,
τους εκείνους,τους τυχαίους
τους πολύ προσωπικούς

Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
κι είναι η μοναξιά που επείγει
ό,τι με μελαγχολεί.
Και μου βγαίνουν πάντα λίγοι
ή μου βγαίνουνε πολλοί
σ'ένα μέτρημα που ανοίγει
την παλιά μου την πληγή.

Άνθρωποι μόνοι που άφησαν σκόνη
φιλίες και αγάπες που πήραν οι δρόμοι
κλεμμένοι,κρυμμένοι,κρυφά δανεισμένοι
τυχαίοι,γενναίοι,δειλοί,φοβισμένοι
δικοί μου και ξένοι,λαμπροί και θλιμμένοι
σε σχέσεις,σε σπίτια καλά κλειδωμένοι.
Χαρούμενοι,άσχετοι,συνεπιβάτες
Μποεμ καλλιτέχνες,παιδιά με γραβάτες
Εχθροί μου και φίλοι,μικροί και μεγάλοι
που δίνουν με μέτρο,που κάνουν σπατάλη.
Αγάπες που έμοιαζαν να'χουν αξία
και άλλες που ξέμειναν στην χειραψία
Φτωχοί συγγενείς που σερβίρουν τα έτοιμα
οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα.
Οι λογικοί κι όσο ζουν με το αίσθημα.
Οι λογικοί κι όσοι ζουν με το αίσθημα...
Όσοι ζουν με το αίσθημα...
Φοβάμαι πως χάνω το μάτρημα



ΥΓ:Αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη  σ'αυτή την όμορφη Παρασκευή που μας πέρασε.;)

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Κάπως έτσι...

Ο Σεπτέμβριος ήτανε ήρεμος σαν μήνας.
Βόλτες με την Ειρ. και την Α.Τους μάθαμε και τίτσου να παίζουμε,οπότε πέρναγαν ευχάριστα οι μέρες.

16 Σεπτεμβρίου μας είχε καλέσει η θεία σπίτι για φαγητό.Και είδαμε και την γιαγιά.Είχαμε εκτυπώσει και μερικές φωτογραφίες από το καλοκαίρι και της τις πήγαμε.Της άρεσαν πολύ.Είχα περάσει πολύ όμορφα εκείνη την μέρα.Νιώθω πως χρειάζομαι κάποιον μεγαλύτερο να με φροντίζει,όπως η θεία.Και ας έχω μεγαλώσει,και ας είμαι 19.Το βράδυ είχε έρθει και η άλλη ξαδέρφη.Όμορφη μέρα και πέρασε πάρα πολύ γρήγορα.

Κάπου στα μέσα Σεπτεμβρίου νομίζω ήτανε που μια φίλη μας ,μας κάλεσε στο σπίτι της και μας μαγείρεψε.Είχα ομολογουμένως σκάσει στα γλυκά.Παγωτό,σοκολατόπιτα,σοκολατάκια και κορμός.

24 γιόρταζα το δεύτερο όνομα μου,το Θέκλα.:)

Επίσης κάπου μέσα Σεπτεμβρίου πρέπει να ήτανε που βγήκαμε και περάσαμε όμορφα με την Κατ. και την δίδυμη αδερφή της από το παλιό φροντ.



Τέλη Σεπτεμβρίου συναντήθηκα και με τα κορίτσια του φετινού φροντ.Πήραμε σοκαλατάκια και τα πήγαμε στο φροντ.Η κυρία της Λογοτεχνίας,μας κοίταξε χαρούμενη με αυτά τα μεγάλα καστανά της μάτια,και μας είπε ότι ήταν πολύ περήφανη για εμάς που περάσαμε εκεί που θέλαμε!:)

29 Σεπτεμβρίου πήγαμε ξανά Κόρινθο για τα 40ημερα του παππού.Φύγαμε νωρίς το πρωί του Σαββάτου.Δεν μπορούσα να μην είμαι μελαγχολική.Όλα στην Κόρινθο μου θυμίζουν τον παππού.Την Κυριακή το πρωί είχανε έρθει πάρα πολλοί συγγενείς όπως και στην κηδεία.Δυστυχώς μαζί με την μικρούλα Δ.(στης 29 είχε και γενέλθια το γλυκούλι μου) δεν μπορούσαμε να συγκρατήσουμε τα δακρυά μας.Είχε γίνει και μια βλακεία με τα κόλλυβα και τα κεκάκια που τα είχαμε φτιάξει εμείς,και οι πιο κοντινοί συγγενείς δεν φάγαμε.-.- Εκείνη την μέρα τρέχαμε συνέχεια πάνω κάτω,καθώς κρατήσαμε τους συγγενείς για φαγητό.Και να σου να πηγαίνουμε τα φαγητά στην αυλή,και εμείς οι 4 ξαδέρφες να πηγαινοφέρνουμε ποτήρια,πίτες,μαχαιροπίρουνα καρέκλες κλ.Παρόλο που ήτανε τέλη Σεπτεμβρίου είχαμε σκάσει και ήμασταν με τα σορτσάκια.Και τα μαύρα που φοράγαμε τράβαγαν την ζέστη!



Σκηνές που μου έμειναν:
-Η αδερφή μου να μου κλείνει το μάτι με νόημα για να πάμε στο μεγάλο δωμάτιο να δώσουμε στην μικρή Δ. το δώρο της!
-"Πολύ ωραίο το δώρο που πήρατε στην Δ.Χάρηκε πολύ!"μου είπε η θεία αργά το βράδυ του Σαββάτου.
"Ναι το σκεφτόμασταν αρκετή ώρα πιο να της πάρουμε και τελικά καταλήξαμε σ'ένα που έχουμε διαβάσει και εμείς και είναι πολύ ωραίο"
"Δεν έπρεπε όμως,χαλάσατε και το χαρτζιλίκι σας"
"Μπα,σιγά δεν ήτανε ακριβό.Εσείς τόσα κάνατε για εμάς το καλοκαίρι."
"Άλλο αυτό,εγώ είμαι θεία :)"
"Και εμάς είναι ξαδέρφη μας.:)Καληνύχτα"
-Το μεσημέρι της Κυριακής  που μας πήρε σχεδόν τους μισούς στο μεγάλο υπνοδωμάτιο εκεί που συζητάγαμε.Εγώ,η θεία,και ο μικρός Γ. στο μεγάλο κρεβάτι,η μικρή Δ. στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας,και η θεία Α. με την Κ. στο κάτω κρεβάτι.χαχχα οικογενειακές στιγμές βρε παιδί μου!
-Η ώρα που ήταν να αποχωριστούμε και με είχε πιάσει μια μελαγχολία.Αγκάλιασα την θεία,την άφησα,αλλά ύστερα την ξανά αγκάλιασα.Αναστέναξα βαθιά."Όλα καλά θα πάνε,ναι?"μου είπε με βουρκωμένα μάτια."Ναι"κατένευσα.
"Να προσέχετε..."μας είπε η γιαγιά."Και εσύ να προσέχεις..."της απάντησα.



Και κάπως έτσι πέρασε ο Σεπτέμβριος.

Αρχές Οκτωβρίου πήγαμε σινεμά!Είχα να πάω από τον Απρίλιο!Πέρασα πολύ όμορφα και φάγαμε μαζί με την αδερφή μου και μια ωραία κρέπα!

Η αδερφή μου 1 Οκτωβρίου άρχισε σχολή.Και ήτανε αγχωμένη πως θα της φανεί,αν θα γνωρίσει καλά άτομα.Τελικά όλα καλά πήγαν όπως της τα έλεγα.Έχει μια παρέα γύρω στα 12 άτομα και είναι όλοι φοβερά παιδιά.Τους έχω κατασυμπαθήσει και εγώ και έχω βγει μαζί τους!Και η σχολή της,της αρέσει πολύ!

4 Οκτωβρίου και αρρώστησα.Αλίμονο,κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός από ζέστη σε κρύο αρρωσταίνω.Μέχρι 38 νομίζω έκανα.Την επόμενη πήγα στην θεία μαζί με την αδερφή μου!Μου αρέσει που κάθε φορά μας ταίζει και μας περιποιείται!:)

8 Οκτωβρίου κατέβηκα κέντρο να καταθέσω τα χαρτιά μου για την σίτηση.2 ώρες όρθια ήμουνα,ενώ είχα χλαπακιάσει όλες τις χαλς και έτρεχε η μύτη μου

.

Λίγες μέρες μετά κόλλησα και την αδερφή μου.Την καημένη.Με αμυγδαλίτιδα και αυτή,και λίγο πιο μετά και η ξαδερφούλα μας η Δ. έπαθε αμυγδαλίτιδα.Όλοι άρρωστοι ημασταν πια.xD

14 Πήγα playce Πανόρμου μαζί με την Ελ. και την Ν.Ωραία ήτανε ^_^ Την επόμενη 15 άρχισα και εγώ σχολή.Οι εντυπώσεις μου μέχρι στιγμή είναι ανάμεικτες.Μου αρέσουν τα περισσότερα μαθήματα,αλλά 2-3 καθηγητές τους βαριέμαι παααρα πολύ.Η αγαπημένη μου είναι η Πέμπτη με την Ψυχολογία και την Εισαγωγή στην αρχαία Ελληνική γραμματεία.Προς το παρόν έχω γνωρίσει μόνο 2 κοπέλες που νιώθω ότι κολλάω μαζί τους.Ομολογουμένως έχουμε πολλά φυτά στην σχολή που αδυνατώ να επικοινωνήσω μεταξύ τους.Ίσως δεν μου έχει δοθεί και η ευκαιρία να γνωρίσω πολλά άτομα,γιατί την μια απεργούν οι καθηγητές,την άλλη τα ΜΜΜ,την άλλη είμαι άρρωστη(βλέπε σήμερα),την άλλη είναι γιορτές.Ωστόσο την Δευτέρα γνώρισα επιτέλους άλλα 2-3 κορίτσια που τα συμπάθησα πολύ και ένιωσα πως ταιριάζω μαζί τους!Παίζαμε και χαρτιά και είχε πολύ πλάκα!Μακάρι να κάνουμε και στην συνέχεια παρέα.Πήρα και τα περισσότερα βιβλία μου.Βέβαια ακοοοομα να πάρω την κάρτα σιτησής μου.-.-



Γύρω στις 20 νομίζω πήγαμε στο σπίτι μια φίλης μου,και ευχαριστήθηκα γέλιο,γλυκό,και πίτσααα!

Στις 26 ήρθε ο Λ. από Θεσσαλονίκη!Τι ωραία που ήτανε εκείνη η Παρασκευή!Είχα επισκεφτεί και το Γεωπονικό της αδερφής μου!Και τι ωραίο εξίσου και το Σάββατο.Πρώτα ήμουν Θησείο με τα παιδιά,μετά Πειραιά σε μια συμφοιτήτρια της αδερφής μου,και μετά Ψυρρή πάλι με τα παιδιά για ρακόμελλα.Από τα αγαπημένα μου ΣΚ!

Και κάπως έτσι πέρασε και ο Οκτώβριος.

Ο Νοέμβριος μπήκε όμορφα καθώς στης 4 μας κάλεσε η θεία σπίτι,που είχε έρθει και η γιαγιά.Best of:το σοκολατένιο γλυκό της θεία να συναγωνίζεται το ριζόγαλο του θείου,και η προπόνηση μπάσκετ της μικρούλας Δ. που παρακολουθήσαμε.:P

10 Νοεμβρίου είπαμε να το ξενυχτήσουμε.Ρίξαμε πολύ χορό,και ήμασταν μια ευχάριστη παρέα.:) 8 το πρωί κοιμηθήκαμε,3μιση το μεσημέρι ξύπνησα την επόμενη χαχα.


Κατ'άλλα ήρεμα...Τα οικονομικά μας πιέζουν ως συνήθως αλλά κάπως τα καταφέρνουμε.

Και κάπως έτσι κύλησε και ο Νοέμβριος.Και θα μπει ο Δεκέμβριος και ούτε που θα το έχω καταλάβει.O_o

Σήμερα γιορτάζω.;) Πείτε μου χρόνια πολλά,χαχχα.:P
Χάρηκα,με θυμήθηκαν αρκετοί!:)

Με έχει πιάσει μια μικρή μελαγχολία.Λίγος ο καιρός που συνέχεια βρέχει,λίγο που την Κυριακή είναι τα τρίμηνα του παππού...
Θα μου αλλάξει σύντομα όμως η διάθεση,είμαι σίγουρη!
Έτσι αμφιταλαντεύομαι συνέχεια.Την μια καλά την άλλη έτσι και έτσι.

Αυτά από εμένα.
Εύχομαι να είστε όλοι καλά.
Φιλούδια σ'όλους.:)

Και μην ξεχνάτε να χαμογελάτε,για να νιώθετε και οι ίδιοι καλά και οι άλλοι που αντικρίζουν το πρόσωπό σας.

Αυτό γιατί είναι μαγευτικό:


Και αυτό:


Εκεί στο Νότο
που τρίζει ο θάνατος κι η αγάπη κάνει κρότο
σαν άδειο κάθισμα ταξίδεψα για χρόνια
ψάχνοντας να βρω το κατάλληλο κορμί

Εκεί στα φώτα
εύρισκε η νύχτα τα σημάδια της τα πρώτα
είχα ξεμείνει από τσιγάρα και συμπόνια
και συ με κέρασες καπνό μ' ένα φιλί

Ποια πόλη, ποια χώρα
ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα
σωπαίνεις, θυμάσαι
και μεθυσμένη μες τον ύπνο σου γελάς
Ποια πόλη, ποια χώρα
ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα

Εκεί στο Νότο
εκεί μου κλήρωσε ο έρωτας στο Λόττο
κουλουριασμένος σαν τη σαύρα στη σκιά του
σαν νόμισμα έπεφτα στο μαύρο σου βυθό

Χλωμά καντήλια
άναβε η φτώχεια σου τα τάιζε με ζήλεια
μα συλλαβίζαν σ' αγαπώ τα βογγητά σου
σαν ένα άρρωστο στην κούνια του μωρό

Ποια πόλη, ποια χώρα
ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα
σωπαίνεις, θυμάσαι
και μεθυσμένη μες τον ύπνο σου γελάς
Ποια πόλη, ποια χώρα
ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα 

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Στον πιο γλυκό παππού του κόσμου.

Η ανάρτηση αυτή είναι αφιερωμένη στο παππού μου.Στον πιο γλυκό και καλό παππού του κόσμου.Του αξίζει μια θέση στο μπλογκ μου.Αξίζει να αναφερθώ σε εκείνον.

Πριν μπω στο ψητό της σημερινής ανάρτησης θα σας πω δυο λόγια για τον Αυγουστό μου.
Ήταν όμορφος και βαρετός μαζί. Βλέπετε τον Αύγουστο φεύγουν όλοι…Αλλά παρολ’αυτά βγήκα αρκετές βόλτες.

8 Αυγούστου ήρθε ο μπαμπάς Αθήνα για ένα δρομολόγιο που είχε.Έτσι μας πέταξε την ιδέα να μας πάει για 2-3 μέρες στην Κόρινθο καθώς ήτανε και η θεία Β. με τα ξαδερφάκια!Δεχτήκαμε αμέσως.
Έπαθα πλάκα μόλις είδα με τι αμάξι είχε έρθει να παραδόση τους ξέρους στο αεροδρόμιο.Μια μαύρη πανάκριβη μερσεντες.xD Με αυτό το αμάξι λοιπόν μας πήγε στην Κόρινθο.
Καθώς μας πήγαινε,και ενώ τρέχαμε με  120 που έπιανε το αμάξι και απολαμβάναμε τις ανέσεις που προσφέρονται στους ξένους σ’αυτό το αμάξι(κάτι ωραίες δροσερές πετσετούλες άλλο πράγμα!),πήρα τηλ τον παππού.
«Έλα παππού!Τι κάνεις?»
«Παίζω κουν καν με τον θείο!»μου απάντησε πρόσχαρα.
«αα,ωραία να έρθω και εγώ να παίξουμε?»
«Και δεν έρχεσαι?»μου απάντησε.
«Ωραία!Έρχομαι!»συνέχισα εγώ.
«Με τι θα έρθεις?Να έρθω να σε πάρω από τον προαστιακό?»με ρώτησε νομίζοντας πως του κάνω πλάκα.
«Μπα όχι,έρχομαι με την ιδιωτική μου μερσεντες»
«ΑΑ,ωραία,εσύ οδηγάς?»
«αα,όχι όχι.Αλλά θα την δεις μόλις φτάσω,είναι μαύρη..χαχα»
«χαχα τι κάνεις?»με ρωτάει μετά από αυτό.
«Μα τώρα δεν σου είπα ότι έρχομαι? Χαχαχχαχαχ»του είπα έχοντας σκάσει στα γέλια
«Τι?Τι λέει αυτό?Χαζογελάει στο τηλέφωνο!»τον άκουσα να λέει γελώντας
«Χαχαχ έρχομαι μαζί με την Δ.Μας φέρνει ο μπαμπάς!»
«Αλήθεια?ΑΑ,ωραία,ωραία…σας περιμένουμε!»

Ήταν τόσο αστείο που εγώ μίλαγα σοβαρά ενώ ο παπππούς νόμιζε ότι του κάνω πλάκα.:P

Έτσι φτάσαμε στην Κόρινθο σε χρόνο ρεκορ.
«Τι κάνετε εδώ? :P»με ρώτησε ο θείος.
«Εεε,το είπα!Ήρθα για να παίξουμε κουν καν!»είπα γελώντας.

Κάτσαμε 3 μέρες,και ήτανε και οι 3 πανέμορφες.

Δεν θα ξεχάσω που πηγαίναμε στην θάλασσα,και είχαμε στριμωχτεί τα 4 ξαδέρφια πίσω...Εγώ είχα πάρει αγκαλιά την μικρούλα μας Δ. και τραγούδαγα «Ας ήταν όλη η ζωή μου σαν και σήμερα,που είναι όλα τόσο όμορφα και ήμερα,που είναι τόσο γαλανός και τόσο φωτεινός,ο ουραλός λαλλαλλαλαλ»

Δεν θα ξεχάσω που όλοι συζητάγαμε σοβαροί και ο παππούς είχε βάλει δυο χαρτοπετσέτες πάνω από τα χείλη του,και μας έκανε γκριμάτσες.Χαχχ τον έχω και φωτο!

Δεν θα ξεχάσω εκείνες τις υπέροχες μπριζόλες της γιαγιάς.«Να’σαι καλά γιαγια!»της έλεγα μετά το φαγητό.

Δεν θα ξεχάσω το χαλασμένο τηλέφωνο και την παντομίμα που παίξαμε!Να δείτε τον θείο μου να κάνει την Σταχτοπούτα να λυθείτε στα γέλια.:P

Δεν θα ξεχάσω το βλέμμα του παππού,όταν ο θείος μου έβαλε κρασί.
«Άντε στην υγεία σου παππού!:P»
«Για κάτσε καλά»μου έλεγε
«Μα τι νομίζεις ότι εγώ δεν πίνω?:P»
«Ήρθε η ώρα να σου πούμε την αλήθεια.Κάθε βράδυ τις μαζεύουμε από τα πεζοδρόμια πιομένες»πετάχτηκε ο θείος και αρχίσαμε όλοι να γελάμε.

Δεν θα ξεχάσω τα παιχνίδια με τον μικρό Γ.

Δεν θα ξεχάσω,την συνειδητοποιησή μου πόσο δεμένη είναι η θεία Β. με την γιαγιά.Είμαι σχεδόν σίγουρη πως όταν φεύγαμε κύλησαν δάκρυα στα μάτια της.

Τέλος δεν θα ξεχάσω αυτό το γλυκό: «Ότι χρειαστείτε να μας πάρετε τηλέφωνο»,και αυτή την όμορφη αγκαλιά της θείας.

12 Αυγούστου.


Ήτανε τα πεφταστέρια.Και μαντέψτε τι κάναμε?
Πήραμε στρώματα,μαξιλάρια,παπλώματα,πίτσες και πήγαμε στην ταράτσα της Ειρ. να τα δούμε.Και κοιμηθήκαμε εκεί.Όσο κοιμηθήκαμε δηλαδή γιατί 3μιση νυστάξαμε,7 σηκωθήκαμε να πάμε στα σπίτια μας,καθώς μας βάρεσε ο ήλιος.
Τι γέλιο είχαμε ρίξει εκείνο το βράδυ.Ειδικά με την Α.:P Είδαμε γύρω στα 8-10 πεφταστέρια και ήτανε τόσο ΟΥΑΟΥ.Ήτανε τόσο φωτεινά σαν φωτοβολίδες…τόσο λαμπερά και ΟΥΑΟΥ.Δεν μπορώ να σας τα περιγράψω πόσο όμορφα ήτανε.

Ο υπόλοιπος Αύγουστος κύλησε ήρεμα με βόλτες.Η μαμά ήτανε πάρα πολύ καλύτερα.Στις 15 μας άφησε και η Ειρ. να πάει στην Εύβοια.Έτσι το να πηγαίνουμε στο σπίτι της Α. και να έρχεται εκείνη στο δικό μας έγινε μια καθημερινότητα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Απρίλιος 2012
«Να θυμάστε ότι θα σας αγαπώ μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.»
«Και εγώ παππού μου.Πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ»
«Και ότι εύχομαι να καταφέρω να σας δω φοιτητριούλες.»
«Θα μας δεις,μην ανυσηχείς!:D»

23 Αυγούστου 2012
Είμαστε στο σπίτι της Α.Έχουμε πάει να κάτσουμε και να μας πει η μαμά της τον καφέ.Σιγά μην βρει τίποτα,σκεφτόμουνα.Αλλά ας δούμε για πλάκα τι θα μας πει.

«Χμμ…μέσα στο σπίτι είναι κάποιος πάρα πολύ αγχωμένος.»λέει η μαμά της Α.
«Αα,η μαμά μας είναι.Περιμένει πως και πως τις βάσεις.»
«Θα χαρείτε με τα αποτελέσματα.Να βλέπεις εδώ?»μου δείχνει δύο κουκίδες «Εσύ και η αδερφή σου είστε που δίνεται τα χέρια…Αλλά θα περάσετε σ’άλλα Πανεπιστήμια η κάθεμια.»
«Ναι ε?»ρωτάω. «Καλά εγώ σίγουρα περνάω στο Καποδιστριακό. Δ. λες τελικά να μην πιάσεις το Χημικό και να είσαι στο Γεωπονικό?»την ρωτάω.(το Χημικό ανήκει στο Καποδιστριακό,ενώ το Γεωπονικό είναι μόνο του,άλλο Πανεπιστήμιο)
«Επίσης βλέπω ότι το σπίτι είναι χωρισμένο στα δύο…»Εδώ άρχισαμε να γελάμε
«Μα γιατί γελάτε?»μας ρώτησε
«Αφού τα βρίσκεται!»της είπαμε
«Εσύ…κάτι λεφτά έχεις στην άκρη…»
«Ε όχι…χαχχαχαχ»είχα όντως λεφτά,και όχι λίγα,κρυμένα στην μεριά μου στο δωμάτιο.
«Ξέρεις κανέναν από Φ?Σε ζηλέυει.Και από Τ.?Κουβαλάει στεναχώρια.»
«Χμ..από Φ έχω μια “φίλη” και από Τ. ο μπαμπάς μου.»αποκρίνομαι
«Ένα μικρό ταξίδι θα κάνετε…»



«Χμ,έλεγα μήπως πήγαινα μέχρι την Κόρινθο,αλλά δεν το έχω κανονισμένο.Τώρα που θα βγουν οι βάσεις,και θα χρειαστεί να μαζέψουμε και τα χαρτιά για το Πανεπιστήμιο δεν ξέρω πότε θα πάω…»
Βάζει το δάχτυλο της μέσα στο φλυτζανάκι.Το βγάζει. «Το βλέπεις?»με ρωτάει.Το δάχτυλό της ήτανε καφέ,αλλά φαινόταν ξεκάθαρα μια άσπρη γραμμή. «Θα πάτε ένα μικρό ταξίδι.»ξανά είπε
«Επίσης στεναχώρια…πολύ στεναχώρια βλέπω.»
«Ναι?»αναρωτήθηκα καθώς στην ζωή μου όλα είχαν αρχίσει να παίρνουν μια σειρά.
«Έχετε κάποιον από Ν.?»ρωτάει
«Τον παππού μας.»απαντάει η αδερφή μου.
«Θα χαρεί που θα περάσετε και θα σας δώσει δύο μικρά πραγματάκια.»
«Λεφτά μπορεί να είναι.»πετάχτηκα εγώ
«Όχι δεν είναι λεφτά.Δυο μικρά πραγματάκια είναι.Τώρα τι ακριβώς δεν ξέρω…»
Όταν φύγαμε αναρωτιόμουν πως τα βρήκε όλα.Και ήθελα να δω κατά πόσο η αδερφή μου θα είχε περάσει σε διαφορετικό Πανεπιστήμιο από εμένα.

26 Αυγούστου 2012
Καθόμαστε στο μπαλκόνι μας μαζί με την Α. η οποία ψάχνει να βρει σε ονειροκρίτες στο ιντενετ τι να πάει να πει όταν δεις στον ύπνο σου αστέρια να πέφτουν.
«Έλα ρε Α. τι το ψάχνεις?»
«Μα το έχω δει δυο μέρες αυτό το όνειρο!»Μετά από λίγο βρίσκει ότι σημαίνει πως θα ακούσει θάνατο.Πως θα ακούσει πως θα πεθαίνει κάποιος.
«Πω πω…»έλεγε ανήσυχη.
«Έλα βρε Α. μου,μην μου πεις πως πιστεύεις τους ονειροκρίτες?»
«Μα το έψαξα σε 3,και οι 3 λένε το ίδιο.:P»
«Χαχχα καλά τι να σου πω.:P»

27 Αυγούστου 2012
Όντως εγώ τελικά πέρασα στο Καποδιστριακό ενώ η αδερφή μου στο Γεωπονικό.Είχε δίκιο.
Κατά της 12 πήρα τηλ. την γιαγια.


«Γιαγια?»
«Έλα,ο παππούς είμαι.Το σήκωσα εγώ γιατί ήμασταν έξω με την γιαγιά»
«α,οκ.Πέρασα παππού!»του είπα χαρούμενη.
«Τι μόνο εσύ?Η αδερφή σου?»
«Και η Δ.
«ΑΑ,ωραία συγχαρητήρια :D!Μπραβο,μπράβο!Που?»
«Εγώ Φιλοσοφικής,Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας,τέλος πάντων φιλόλογος βγαίνεις,και η Δ. Επιστήμης και Τεχνολογίας τροφίμων.»
«Και από εκεί τι βγαίνεις?»
«Στις επιχειρήσεις βρε παιδί μου κλ.:P»
«ααα,ωραία ωραία μπράβο!Πότε θα ξανά έρθετε?Μου είπε ο μπαμπάς ότι θέλατε.»με ρωτάει.
«Ναι ήθελα πολύ να ξανά έρθω»είπα με ειλικρίνεια.
«Ωραία θα το δούμε,γιατί εκκρεμεί και η δουλεία με την Σ. που έχετε,θα δούμε πως …Πάρε και την γιαγιά»
Και έτσι είπα και τα χαρούμενα νέα στην γιαγιά.

Το ίδιο βράδυ
«Ο παππούς τι κάνει?Καλά είναι?»ρώτησε η Δ. στο τηλ. την γιαγιά το βράδυ
«Καλά είναι.Έχει πάει να δει τον αγώνα.Και λέει σ’όλη την γειτονιά ότι περάσατε!»


28 Αυγούστου 2012
Γύρω στης 11μιση το πρωί.
Κάθομαι στο δανεισμένο λάπτοπ της Α. και χαζεύω στο facebook.Η αδερφή μου βλέπει τηλεόραση,όταν χτυπάει το κινητό.
«Έλα μπαμπά!Καλά είμαστε,εσύ?Τι άσχημα νέα?»

Ωχ,λέω τίποτα καμία μείωση μισθού θα μας πει ότι του κάνανε και θα μας ψυχοπλακώσει χωρίς λόγο.

«Έλα πλάκά μου κάνεις.»λέει η Δ. γελώντας. «Ο παππούς?Και έπαθε ανακοπή?..Και πέθανε?»πρόφερε τις λέξεις χωρίς να ήθελε να πιστέψει τι έλεγε.Αλλά σιγά σιγά τα μάτια της βούρκωσαν. «Ναι οκ.Καλά…»

Κοίταζα την αδερφή μου,και όσο την κοίταζα συνειδητοποιούσα τι είχε πει.
«Τι είπε ο μπαμπάς?»ρώτησα με φωνή που έτρεμε.
«Ότι ο παππούς έπαθε ανακοπή.Και πέθανε…»μου απάντησε.
«Πλάκα κάνει?»είπα γελώντας.Δεν ρώτησα.Παρακάλεσα.Παρακάλεσα να έκανε πλάκα..Και χωρίς να το καταλάβω,άρχισαν να τρέχουν δάκρυα στα μάτια μου.Λυγμός βγήκε από τα χείλη μου και έτρεξα να πάρω μια χαρτοπετσέτα.Τα χέρια μου έτρεμαν ανεξέλεγκτα πολύ.

Μετά επέστρεψα αποφασισμένη να πάρω τηλ. τον μπαμπά και να μην δεχθώ αυτό που είπε.
«Και τι έγινε?Δεν τον πήγατε στο νοσοκομείο?Δεν έγινε κάτι?Η γιαγιά που είναι?»
«Εδώ μαζί της είμαι.Έφυγα από την δουλεία και ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα Κόρινθο.Τον παππού τον έχει αναλάβει το γραφείο κηδειών..»
«Μα δεν μπορεί…Δεν έγινε κάτι?»
«Λυπάμαι,πάει ο παππούς μας Μαράκι μου.»



Όχι έλεγα.Δεν γίνεται.Έτσι απλά πάει?Έτσι απλά?ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ?
Όχι πλάκα μου κάνει.Πλάκα μου κάνουν όλοι.Όχι.Απλά όχι.

«Μην κλαις αγάπη μου.»μου είπε η γιαγιά στο τηλ. ενώ έκλαιγε και η ίδια.
«Δεν μπορώ βρε γιαγιά…»
«Τώρα θα είμαι και εγώ για εσάς και παππούς και γιαγιά»
«…..»

Δεν ήξερα τι να πω.Πως να φερθώ.Πως να το αντιμετωπίσω.
Όλη την μέρα έκλαιγα.Έκλαιγα…Μόνο το απόγευμα που βγήκαμε μια βόλτα μαζί με την Ε. να πάρουμε λίγο αέρα σταμάτησα.
«Και να κλαίμε τώρα δεν γυρνάει…»
Μου είπε η γιαγιά στο τηλ. το απόγευμα.Πόσο ψυχρή συνειδητοποίηση.Πόσο ψυχρή.Δεν γυρνάει…
Το βράδυ συνεννοηθήκαμε με τον θείο τι ώρα θα πέρναγε να μας πάρει το επόμενο πρωί.
Έκλαιγα.Και έκλαιγα.Και συνέχεια σκεφτόμουν την τελευταία μου συζήτηση μαζί του.Σκεφτόμουν όλα όσα ζήσαμε μαζί το καλοκαίρι.Τον σκεφτόμουν συνέχεια.Και ζαλιζόμουν….Γύρναγαν όλα...Ώσπου με πήρε ο ύπνος.


29 Αυγούστου 2012

Το πρωί ξυπνήσαμε κατά της 7.
Γύρω στης 8 ήρθε και ο θείος Α.(πόσο άσχημα ένιωσα όταν τον είδα με μαύρη μπλούζα) και μετά πήγαμε και παραλάβαμε την θεία Μ. και την ξαδέρφη μας Κ.
Μέσα στο αυτοκίνητο δεν λέγαμε τίποτα.Δεν μιλάγαμε καθόλου.Λες και περιμένα την κατάλληλη στιγμή όλοι για να ξεσπάσουμε.

Μόλις φτάσαμε και είδα στην κλασσική στροφή πριν το σπίτι, στην κολόνα ένα χαρτί που έγραφε «κηδεία» και από κάτω το όνομα του ένιωσα ακόμα πιο χάλια.

«Γεια σας κοριτσάκια μου.»μας χαιρέτησε ο μπαμπάς.Και άλλη μαύρη μπλούζα.
Μόλις μπήκαμε μέσα στο σπίτι,ήταν η στιγμή που περιμέναμε.Ξεσπάσαμε όλοι.Η Θεία Μ. κλάμα με λυγμούς.Η  Κ. έτρεξε στο μπάνιο και έκλαιγε.
«Μην κλαίτε..»είπε ο μικρός Γ.
«Όχι δεν κλαίμε…»του είπε η γιαγιά καθώς με φίλαγε και έτρεχαν και από εκείνη και από εμένα δάκρυα.
«Συγχαρητήρια για το Πανεπιστήμιο.Μίλαγα εχθες το βράδυ και με τον παππού.Είχε χαρεί πάρα πολύ που περάσατε.ΑΕΙ μου έλεγε λέγεται.»μου είπε η θεία Β. και με αγκάλιασε σφιχτά ενώ έκλαιγε και εκείνη.
«Χαχ…Ευχαριστούμε…»είπα σιγανά…σαν να δυσκολευόμουν να μιλήσω από το κλάμα.
«Και συλλυπητήρια»
«Έχετε συλλυπητήρια και από την μαμά…»

Έκατσα στον καναπέ.Όλοι μαύρες μπλούζες.Μια μικρή κορνίζα με το πρόσωπο του παππού δέσποζε στο τραπέζι.Πάνω στην κορνίζα το πράσινο κομπολόι του.

«Μια χαρά πήρα και εγώ και…Δεν μπόρεσα να την χαρώ…Και αυτά τα 2 χρόνια συνέχεια διάβαζα,είχα έρθει μόνο καλοκαίρι εδώ.»είπα παραπονεμένα στην θεία μου.
«Το ήξερε αγάπη μου ότι διαβάζατε.Και ότι είχατε ένα στόχο.Και ο στόχος απαιτεί θυσίες.»μου είπε η θεία Β.
«Νόμιζα πως ήτανε πλάκα στην αρχή…»
«Ναι…Έτσι και αλλιώς έτσι ήτανε ο παππούς.Όλο πλάκες…»
«Και του έλεγα.Να δεις που θα έρθω τον χειμώνα...»
«…Και εγώ πολλές φορές έχω ευχυθεί να μέναν στην Αθήνα.Να βγω ρε παιδί μου και εγώ μια φορά για ένα καφέ με την μαμά μου.Ή για ψώνια» ….«Αδυνάτησες…»μου λέει μετά από λίγο.
«Εεε,τον Ιούλιο η γιαγιά μας φούσκωνε στο φαγητό,ενώ τώρα ήρθα στα κανονικά μου επίπεδα…»

Απίστευτο έλεγα.Μα δεν μπορεί.Τώρα θα μπει από την πόρτα.Τώρα θα ανοίξει η πόρτα και θα μπει μέσα έλεγα.Δεν μπορεί.Κάποιος μας κάνει μια κακόγουστη πλάκα.
Ωστόσο τελικά δεν εμφανίστηκε ποτέ ο παππούς στην πόρτα.

Μόνο γείτονες έρχονταν σπίτι.Δεύτερα ξαδέρφια.Θείοι.Θείες.Συγγενείς της γιαγιάς.Του παππού.Ξαδέρφια του μπαμπά.Φίλοι της θείας Β.
Σε κάποια στιγμή ήρθε και ο άνθρωπος που ειδοποίησε την γιαγιά.Μας είπε ότι ο παππούς είχε πάει στο καφενείο.Ζήτησε ένα τσιγάρο(υπόψην ο παππούς μας είχε την καρδιά του,και είχε κάνει και μπαι μπας που κανονικά με αυτό ζεις 12-13 χρόνια,ενώ εκείνος είχε ζήσει 19.Δεν έκανε να καπνίζει όπως κα να έχει.)Κάποιος του έδωσε.Λέγανε κάτι και γελάγανε.Ξαφνικά ο παππούς έγειρε το κεφάλι. «Κυρ Νίκο κοιμήθηκες? Καίγεσαι με το τσιγάρο»Του είπαν.Μετά κατάλαβαν ότι κάτι συνέβαινε..Του κάνανε μαλάξεις.Καλέσανε ασθενοφόρο αλλά τίποτα.

«Θεία..αυτό είναι για εσάς.»είπα σε κάποια φάση στην θεία Β.
Τους είχα φτιάξει ένα σχέδιο.Βέβαια φανταζόμουν να τους το έδινα σε μία χαρούμενη στιγμή,σπίτι τους.
«Αγάπη μου.Είναι πανέμορφο.Ευχαριστούμε πολύ.»είπε και με αγκάλιασε συγκινημένη.
«Τίποτα»είπα πνιχτά.
Ο θείος Κ. μόλις το είδε ήρθε και με φίλησε στο κεφάλι.:)


Κατά της 2 το μεσημέρι συνειδητοποιήσαμε πως μέσα στην στεναχώρια μας πήραμε μαύρη μπλούζα αλλά όχι μακρύ παντελόνι.Ήμουνα με το σορτσάκι.Κακήν κακώς μας πήγε ο μπαμπά στο κέντρο της Κορίνθου να πάρουμε ένα μακρύ μαύρο παντελόνι.

Μέχρι να φάμε κατά της 3 μεσημεριανό δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο.Καθόμουν στον καναπέ και έκλαιγα.Η Κ. ήταν στην αυλή και μετά την πήρε ο ύπνος στο μικρό δωματιάκι.Την μικρούλα Δ. την είχανε αφήσει σε κάτι φίλους τους ο θείος και η θεία.Δεν άντεχε το καημένο μου το όλο κλίμα.

Σε κάποια στιγμή με φώναξε στο μικρό δωματιάκι η θεία Β.
"Θέλω να ξεβάψετε τα νύχια σας"μου είπε.Κοίταξα τα νύχια μου...ωω το είχα ξεχάσει τελείως.Τα νύχια των χεριών μου τα είχα βάψει πριν 2-3 μέρες κοραλί και των ποδιών πρασινογαλάζια.
"Ναι,ναι ασφαλώς μόνο που δεν έχω..."
"...Έχω φέρει εγώ ξεβαφτικό νυχιών στο μπάνιο"με διέκοψε.
"Ωραία εντάξει..."
"Ελπίζω να μην με παρεξηγείται..."
"Μα τι λες?"την ψευτομάλωσα και ύστερα με αγκάλιασε σφικτά.

Το μεσημέρι φάγαμε ψαρόσουπα.Δεν είχα και πολύ όρεξη.Πρώτη φορά που δεν άδειασα το πιάτο μου στην Κόρινθο.Και πρώτη φορά που δεν ενδιαφέρθηκε κανείς να μου πει,μην μείνεις νηστική φάε κάτι.Μόνο η θεία Β. μου ψιθύρισε «Δεν σου άρεσε?»
«Δεν πεινάω απλά.»της είπα.



Κατά της 5μιση θα πηγαίναμε στην εκκλησία.Έτσι όσο πλησίαζε η ώρα τόσοι πιο πολλοί συγγενείς μαζεύονταν.
Ήταν ΤΕΡΑΣΤΙΑ ειρωνεία,γιατί όποιος ερχόταν μας έλεγε «Συγχαρητήρια για την σχολή.Συλλυπητήρια για τον παππού.»
Όλοι μας έλεγαν συγχαρητήρια.Για πρώτη φορά στην ζωή μου κατάφερα κάτι μεγάλο…και στο καπάκι συνέβη αυτό.

«Ξέρεις τι μου έλεγε ο παππούς και στεναχωριόταν?»με ρώτησε κατά της 5 ο μπαμπάς.
«Τι?»
«Ότι μόλις ξεχρέωνε το δάνειο ήθελα να σας πάρει να πάτε να πάρετε καινούργια ρούχα…»(Το δάνειο θα το ξεχρέωνε τον Οκτώβριο και ανυπομονούσε πάρα πολύ.Μια δόση έλεγε έχει μείνει.)
Καινούργια δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπο μου.
«Αχ,και εμένα μου έλεγε Δ. μου όταν ξεχρεώσουμε το δάνειο θα σε πάρω να πάμε όπου θες…Αχ…Αλλά δεν με άκουγε…Λέγαμε πάντα ότι αν πεθάνω εγώ πρώτη,θα έρχομαι μετά και θα του μαγειρεύω.Και ότι αν πεθάνει εκείνος πρώτος θα έρχεται και θα πλένει την αυλή.Θα πάθω τίποτα μου έλεγε,και δεν θα έχεις μάθει πώς να γυρνάς τα νερά..Αχ τις μαυροφόρεσε τις εγγονές του.Να ήτανε εδώ από μια πλευρά να σας τα πέταγε»έλεγε η γιαγιά ενώ παράλληλα μαζί με την Κ. βούρκωναν τα μάτια μας.



Κατά της 5μιση ήρθε από το σπίτι το αυτοκίνητο με το φέρετρο.Θέλανε να περάσει έξω από το σπίτι για μία τελευταία φορά.
Η γιαγιά,η θεία Β.,εγώ,η αδερφή μου και η Κ. νομίζω πως μόλις είδαμε το αυτοκίνητο δεν το αντέξαμε.Κλαίγαμε πολύ.Ήταν η ψυχρή συνειδητοποίηση της στιγμής.
Μαζί με την Κ. μπήκαμε στο αυτοκίνητο του άντρα της αδελφής της μητέρας του θείου Κ.
Η θεία του θείου μας τέλος πάντων ήταν στην κοσμάρα της.Καθώς πηγαίναμε στην εκκλησία εκείνη έλεγε «ΑΑα,ωραία έχει και μίνι μάρκετ εδώ.Α,πολύ ωραία κοίτα εδώ τις ταβερνούλες δίπλα στην θάλασσα.Δεν έχουμε πάει,να πάμε κάποια στιγμή.»
Εμείς μαζί με την Κ. είχαμε πλαντάξει στο κλάμα και κοιτιόμασταν με ένα βλέμμα του στυλ wtf τι λέει αυτή?

Η εκκλησία ήταν πάνω από την παραλία που μας πήγαινε για μπάνιο.Ήταν τόσο παράξενο…Υπήρχαν άτομα ακόμα τα οποία έκαναν μπάνιο.Τα οποία ήταν χαρούμενα…Στα οποία η ζωή τους συνεχιζόταν κανονικά…Ήταν τόσο απίστευτο…Και να που λες ότι ναι,ότι και να γίνει η ζωή συνεχίζεται.Όλοι συνεχίζουν την ζωή τους…


Η πιο μεγάλη ψυχρολουσία μας συνέβη όταν μπήκαμε μέσα στην εκκλησία.Και ήτανε εκεί…Άσπρος.Σαν να κοιμότανε.Με το άσπρο μουστάκι του.

Τώρα θα σηκωθεί έλεγα και θα μας πει ότι μας κάνει πλάκα.Θα γελάσει.Θα με πειράξει.Θα μου πει μην κλαις Τασουλάκι.Μην κλαις Θέκλα.Θα μου ζητήσει να παίξουμε κουν καν.Θα με πάει στην θάλασσα.Θα μου πετάξει πετραδάκια.Θα παίξουμε το παιχνίδι ναι ή όχι.Θα παίξουμε τάβλι.Θα σταυρώσει τα χέρια του μπροστά στο στόμα και θα σφυρίξει σαν τρένο(εγώ θα παραπονεθώ ότι δεν μπορώ.)Θα χιλιοποτίσει την αυλή.Θα μου πει να κάτσω μέχρι να αρχίσει η σχολή.Θα πάμε να φάμε παρέα καρπούζι.Θα πάρει το μπλε μηχανάκι του και θα πάει βόλτα.Και Όταν γυρήσει θα βαράει δυνατά την κόρνα.Θα πάρει και το άσπρο τέμπρα να μας πάει στον προαστιακό.Θα χαιρετήσει στον αέρα και θα πει «έλα στην παρέα μας» και εγώ θα γυρίσω το κεφάλι,και θα δω πως δεν είναι κανείς και πως μου έκανε πλάκα.Θα γκρινιάξει για τα φώτα που είναι ανοιχτά.Θα γκρινιάξει για τα’ότι δεν έχει η σαλάτα πιπεριές.Θα πει ότι πεινάει αλλά δεν θα βάλει φαγητό.Θα κυνηγήσουμε παρέα τα κρεμμύδια στην σαλάτα.Θα με τσιμπήσει.Θα προσπαθήσει να διαβάσει αγγλικά αλλά δεν θα μπορέσει.Θα με πάρει από το κινητό του τηλέφωνο για να με σηκώσει από το τραπέζι και να μου κάνει πλάκα.Θα καμαρώσει τι ίσια που είναι τα δόντια μας.Θα μου δείξει τι ματιές ρίχνει ο μικρός Γ.Θα φωνάξει τα γατάκια γύρω του.Θα ρίξει τουφεκιές στο τσακιρ κέφι.Θα κάνει πράξεις στο μυαλό του τόσο γρήγορα όσο ένα κουμπιουτεράκι.Θα με φωνάξει για να γυρίσω τα νερά και να πατήσω το μπλέ ή το κόκκινο κουμπί.Θα μου πει τι ωραία που μυρίζει ο βασιλικός.Θα σε πάρει ο ύπνος πάνω στο τραπέζι,δίπλα στις ντομάτες,όρθιος στον καναπέ.Θα περπατήσουμε παρέα.Θα χαζογελάσουμε παρέα.Θα τραγουδήσουμε παρέα.Θα μου πει αυτό εδώ το σπίτι το ξέρεις,δικό σας είναι,σ'εσάς θα το γράψω.Θα πει ότι όταν θα κοιτάει αυτός τα ραδίκια ανάποδα να του προσέχω τον κήπο,και να ποτίζω τα φυτά του.Επίσης θα τραγουδήσει «μια κότα στρουμπουληηηη,μια κάτασπρη πουλάδαααααα» και εμείς μαζί με την Κ. θα γελάσουμε και θα αναρωτηθούμε ποιος λογικός θα έβγαζε ένα τέτοιο τραγούδι.Θα με τσιμπήσει.Θα με βαρέσει ελαφριά,εγώ θα πονέσω.Και θα μου πεί «Πονάω παππού!» «Ε,ναι βρε παππού πονάω!»θα του πω.Και ύστερα θα με κοιτάξει με τα φωτεινά πράσινα μάτια του και θα μου πει «Όντως ε?» «Ναι όντως»θα του πω.
Και θα πούμε και άλλες ατάκες μας.Όπως το κατά των ρούντων γεγονότων και ως εχόντων των πραγμάτων,το ΑΧΑ,το άσεεε με καημένηηη,το χαμένοοοο,το θα πάρω κανένα τούβλο.Θα μας ρωτήσει πόσο κάνει τρις 11,τρις 12,τρις 15 και 11.Θα μας πει το δύο άντρες και δυο γιοι ήσαντε κυνηγοί.

Ωστόσο τίποτα απ’όλα αυτά δεν συνέβη.
Παρέμεινε εκεί ξαπλωμένος.
«Σας αγαπούσε πολύ ο παππούς.Μόνο για τα εγγόνια του μίλαγε συνέχεια»μου έλεγε στην εκκλησία μια συγγενής μας.

Δεν μπορούσα να πάω πιο κοντά του.Δεν το άντεχα.Η Κ. δεν ξέρω πως κατάφερε να μείνει σ’όλη την λειτουργία εκεί.
«Θα έρθετε να τον φιλήσετε?»με ρώτησε με κατακόκκινα μάτια μια δεύτερη ξαδέρφη μας.
«Δεν μπορώ…»απάντησα πνιχτά.Ήταν αδύνατον.Ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου.Πάνω από το εγώ μου.Πάνω απ’ότι άσχημο είχα ζήσει μέχρι τότε.Πάνω από εμένα.
Δεν θυμάμαι και εγώ πόσα χαρτομάντιλα χάλασα…

Δεν άντεχα να τον βλέπω εκεί.Έτσι…Ακίνητο.Τώρα θα εμφανιστεί κάποιος και θα μας πει ότι όλο αυτό ήτανε μια κακόγουστη πλάκα.Ωστόσο δεν εμφανίστηκε κανείς.

Όταν βγήκαμε στο προαύλιο χώρο ήρθε η θεία Β. και με αγκάλιασε από τα δεξιά και η γιαγιά από τα αριστερά και περπατήσαμε παρέα..

Ένιωθα πως δεν με κράταγαν τα πόδια μου.Πρώτη φορά ένιωθα πως άμα στεκόμουν για 10 λεπτά όρθια θα έπεφτα μετά.

Οδυνηρή ήτανε και η στιγμή όταν φτάσαμε στο νεκροταφείο.
«Είδατε δεν ήτανε τίποτα!Σαν να κοιμότανε.»έλεγε η γιαγιά

Αλλά εγώ όσο έβλεπα το φέρετρο τόσο έκλαιγα.
«Μην κλαις αγάπη μου.Σώπα…»μου ψιθύρισε δίπλα μου η θεία Β.Με το αριστερό της χέρι με αγκάλιασε και με το δεξί μου σκούπισε τα δάκρυα από το πρόσωπο. «Τον κάνατε πολύ περήφανο.Εμείς την χαρά του Πανεπιστημίου δεν του την δώσαμε.Από εσάς την πήρε.»μου είπε η θεία καθώς λυγμοί με έπνιγαν.Περπατήσαμε μαζί μέσα μέχρι το νεκροταφείο.Μου κράταγε το δεξί χέρι σφιχτά.



«Αντίο θείουλη μου…»έλεγε κάποιος πίσω μου.
«Καλό ταξίδι μπαμπάκα…»έλεγε η θεία Β.
«Αφήστε με να τον δω λίγο ακόμα..49 χρόνια μαζί ήμασταν.»έλεγε η γιαγιά.


Αντίο παππούλη μου.Έλεγα εγώ από μέσα μου καθώς πέταγα το άσπρο λουλούδι που κάποιος έβαλε στο χέρι μου.Σε αγαπώ πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ.Ακούς? ΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΑ ΠΟΛΥ.Όπως όταν ήμουνα μικρή και σου έλεγα πάλα πάλα πάλα πάλα πάλα πάλα πολύ.Και θα σε θυμάμαι.ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.Και θα σε αγαπω.ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ.Πιο πολύ και από τους γονείς μου σ’αγαπούσα.Σου είχα τεράστια αδυναμία.ΤΕΡΑΣΤΙΑ.Πάντα μίλαγα για εσένα.Και ήμουνα περήφανη για εσένα.Που ήσουνα ένας τόσο ξεχωριστός και πρόσχαρος παππούς.Αν έπρεπε για ένα άτομο να βάλω το χέρι μου στην φωτιά,θα το έβαζα για εσένα.Και ήταν ανάγκη να φύγεις τώρα?Τώρα που σου είχα υποσχεθεί ότι θα έρχομαι και χειμώνα?

«Θα έρθω και χειμώνα παππού!»
«Μπααααααα.»
«Αλήθεια!»
«Να το δω!»

Μετά πήγαμε με όλους τους συγγενείς σπίτι.Δεν ξανά έκλαψα εκείνη την μέρα.Ένιωθα πως δεν μπορώ να κλάψω άλλο.Είχα κάτσει στο περβάζι ώστε να τους παρατηρώ όλους.Και αυτούς που κάθονταν στην βεράντα αλλά και αυτούς που κάθονταν στην αυλή.Έβλεπα να πηγαινοφέρνουν κονιακ,καφέδες,τυροπιτάκια.Δεν βοήθησα σε τίποτα.Δεν με κράταγαν τα πόδια μου.Ζαλιζόμουν ελαφρώς.

Όλη εκείνη την ώρα μέχρι να νυχτώσει περίμενα.Περίμενα να εμφανιστεί.Να μπει μέσα από την καγκελόπορτα.Δεν το πίστευα.Περίμενα…Και περίμενα…Αλλά τίποτα.Ποτέ δεν μπήκε.Και ποτέ δεν θα ξανά μπει.

«Αυτές είναι οι ανηψιές μου!»έλεγε με περηφάνια η θεία Β. στους συγγενείς.
«Μοιάζεται»μας έλεγαν.:)

Σε κάποια στιγμή είδα και τον κολλητό τον παππού τον κύριο Θ.Δεν είχε προλάβει να έρθει πιο πριν γιατί ερχόταν από Καβάλα. «Σ’όλη την διαδρομή ευχόμουν να είναι πλάκα.Όταν έστριψα και είδα τον κόσμο εδώ τότε κατάλαβα πως δεν ήταν…Πέρασα πάνω από το νεκροταφείο καθώς ερχόμουν…Και κόρναρα…Τον χαιρετησα...»

«Έχεις ασπρίσει»μου είπε σε κάποια φάση ο μπαμπάς.

Πήγα στο μπάνιο να κοιταχτώ.Όντως είχα ασπρίσει.Τα μάτια μου ήτανε κόκκινα.

Δεν μίλησα με κανέναν.Περίμενα μέχρι να φύγουν όλοι.Χαιρέτησα λίγους.

Το μόνο που με απασχολούσε ήταν αν θα σταμάταγα κάποτε να αναστενάζω.Νόμιζα πως δεν θα σταματήσω ποτέ να αναστενάζω.Τόσο βαθιά…Τόσο στενάχωρα.



Επίσης από πάντα,από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου είχα συνδιάσει το σπίτι εκεί με όμορφα πράγματα.Με διακοπές,με γέλια,με Πάσχα,με χαρές.Ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τόσο άσχημο…Ο ήλιος ήταν φωτεινός…από μακριά φαινόταν η θάλασσα…Και όμως,αυτή την φορά ήταν όλα τόσο αλλιώτικα.

Που και που κύλαγαν και άλλα δάκρυα από την Κ.
Η Δ. ήταν ήρεμη εκείνο το βράδυ.

Κατά της 10 πήραμε μαζί με την Κ. ένα μπλοκ του μικρού Γ. και αρχίζαμε και ζωγραφίζαμε.Πεταλούδες,μπαλόνια,παγωτά.Εργοθεραπεία.:P
«Να μπει τώρα κάποιος και να δει ότι ζωγραφίζουμε σαν τα πεντάχρονα..:P»είπε η Κ.
«χαχχα ρε σταμάτα μην με κάνεις να γελάω,πονάει η κοιλιά μου από το κλάμα πριν.:P»
Και κάπως έτσι ένιωσα καλύτερα.Όπως και όταν ήρθε η θεία Β. και αρχίσαμε να συζητάμε για ψέμματα που έχουμε πει στους γονείς μας.:P
Αργότερα έλεγε ένας «Τσούζουν τα μάτια μου…»
«αα,και εμένα…»
«ΕΛΑΑ,τι σύμπτωση και εμένα xD»
Και κάπως έτσι πήγαμε για ύπνο.

Την επόμενη τα πράγματα ήταν πιο ήρεμα.Πιο χαλαρά.Σαν να ήτανε μία συνηθισμένη μέρα στην Κόρινθο.
Δυστυχώς το απόγευμα έπρεπε να φύγουμε.Ήθελα να κάτσω και στα τρισάγια βέβαια…
«Αυτά είναι του παππού…Πάρτε τα,για να τον θυμάστε.»Μας είπε η γιαγιά την ώρα που ετοιμαζόμασταν να φύγουμε.Στα χέρια της Κ. έβαλε την χρυσή αλυσίδα του παππού με τον σταυρό του,στα χέρια της αδερφή μου μια χρυσή μικρή πλακέτα που απεικόνιζε ένα τοξότη λόγω ζωδίου,και στα δικά μου το μεγάλο χρυσό δαχτυλίδι του.

Θα σας δώσει δύο μικρά πραγματάκια.Δεν είναι λεφτά.Πραγματάκια είναι,αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς.
Θυμήθηκα τα λόγια της μαμά της Α. όταν μας έλεγε το φλυτζάνι.

Μόλις είδα το δαχτυλίδι θυμήθηκα τα δάχτυλά του.Αγκάλιασα την θεία Β. για να την χαιρετήσω αλλά άρχισαν να τρέχουν πάλι δάκρυα από τα μάτια μου.
«Μην κλαις άλλο αγάπη μου.Τώρα έχετε εμάς..»μου είπε καθώς με κράταγε αγκαλιά.«Τον κάνατε πολύ περήφανο.Σ’όλο το Καλαμάκι είχε πει ότι περάσατε.»την άκουσα να λέει απαλά στο αυτί μου.Στα συγκεκριμένα λόγια μου ξέφυγε ένας λυγμός. «Μην κλαις,και χαλάς και το μακιγιάζ που μόλις έβαλες»Με κοίταξε για μια στιγμή και μετά έφερε τα δυο της χέρια στο πρόσωπο μου σκουπίζοντας τα δάκρυά μου. «Ναι?»



Κούνησα το κεφάλι με ένα αμυδρό χαμόγελο.

Μέχρι να μπούμε στον προαστιακό με είχε ξανά πιάσει το παράπονο και δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω.

Τρεις μέρες μετά έβγαλα έρπει στα χείλια από την στεναχώρια.Ήταν η δεύτερη φορά που έβγαζα φέτος από στεναχώρια.

Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι μπορεί κάποια στιγμή να έφευγε ο παππούς…Μόνο μια φορά ,πριν δυο χρόνια,είχα στεναχωρεθεί πολύ γιατί ήταν κλασσικά στο νοσοκομείο.Τότε μια φίλη,και μπλόγκερ(dream girl ή Irene :P) μου είχε πει ότι είναι η φυσική ροή της ζωής. «Ξέρεις ότι κάποτε θα συμβεί.Όσο σκληρό και αν είναι.Όχι τώρα.Δεν το πιστεύο ότι θα συμβεί τώρα.Αλλά ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα γίνει…»
Δίκιο είχε βέβαια.

Από το μυαλό μου ωστόσο πέρασε αυτή η σκέψη φέτος τον Ιούνιο,όταν έπαθε το ελαφρύ εγκεφαλικό.Και τότε λέγαμε ότι Καλαμάκι χωρίς τον παππού δεν θα είναι πια Καλαμάκι.Προσπαθούσα βέβαια να διώξω αυτή την εικόνα από το μυαλό μου.Με έκανε να ανατριχιάζω.Και όταν προσπαθούσα να την φανταστώ,με φανταζόμουν σίγουρα πάνω από 24,και τα ξαδέρφια που πιο μεγάλα…
Και έτσι ξαφνικά ξεγράφεται ένας άνθρωπος από την ζωή σου.Έτσι ξαφνικά δεν μπορείς να τον ξανά δεις.Να τον ξανά ακούσεις.Να τον ξανά πάρεις τηλέφωνο.Να τον ξανά φιλήσεις.
Αλλά ποτέ δεν έρχονται στην ζωή τα πράγματα όπως τα θέλουμε έτσι?


Τώρα που είμαι εδώ στην Αθήνα δεν είναι τόσο οδυνηρό.Προσπαθώ και να μην το θυμάμαι…Με την καθημερινότητα μου το ξεχνάω.Προσπαθώ να κάνως πως είναι εκεί,στην Κόρινθο και με περιμένει να πάω.Και πως είναι καλά.Αλλά όταν συνειδητοποιώ ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει νιώθω να πνίγομαι…πφ και πανικοβάλομαι.:( :/ Και μετά ξανά σκέφτομαι ότι είναι εκεί και το ξεχνάω και μου περνάει.Αλλά όταν είχα πάει στην Κόρινθο για τα 40ημερα ήταν εξαιρετικά οδυνηρό.Όλα εκεί τον θυμίζουν.Δεν έχω συνηθίσει να μπαίνω και να λείπει.Πάντα θα περιμένω να εμφανιστεί…Αναρωτιέμαι πως θα είναι πια τα καλοκαίρια μου χωρίς εκείνον…:( Θα είναι σίγουρα πιο μουντά.Τώρα με ποιον θα χαζογελάω εγώ παρέα?
Δεν μπορώ να φανταστώ την ζωή μου χωρίς εκείνον.Αλλά θα την συνεχίσω με τσαμπουκά.Για εκείνον.



Αυτά για σήμερα.Ελπίζω να μην ψυχοπλάκωσα πάρα πολύ,αν και λίγο αδύνατον με το συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Ανατριχιαστικό δεν ήταν αυτό με το φλιτζάνι? Και τα όνειρα της Α.?

Θα τον αγαπώ για πάντα.Ήταν ΤΟΣΟ ξεχωριστός για εμένα.Ένα άτομο που αγαπούσα ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ.Δεν ήταν αυτό το συνηθισμένο πρότυπο παππού που είναι ήσυχος,μιλάει για ιστορίες συνέχεια και είναι αυστηρός.
Ήταν αντίθετα χαρούμενος,καμένος,με ζωντάνια,με γέλιο,με τραγούδια,με ατάκες,με χιούμορ.
Όταν μίλαγα στον κινητό με την φίλη μου την Κ. φώναζε «Κλείσε Κ. το κινητοοοοοο,παίζουμε κουν καν τώρα»χαχα

Μας χτύπαγε για πλάκα και η γιαγιά φώναζε «Μην τα χτυπάς Νίκο.»Και πρόσθετε «Έλα βρε Νίκο σταμάτα τις βλακείες» όταν έβλεπε πως ο παππούς έπαιρνε κάποια γκριμάτσα.
Και ο παππούς χαζογέλαγε και απάνταγε «Τα Τασουλάκια μου!Θα τα χτυπάω!Τα πρωτότοκα μου εγγονάκια είναι αυτά!»

Αν πάτε στην ανάρτηση «Γλυκό μου 2010»,θα δείτε που έχω γράψει πως στο Καλαμάκι αγαπώ τα πάντα,τον ήλιο την θάλασσα,τον παππού μου.Και ύστερα έχω προσθέσει πως εξάλλου είναι τόσο γλυκό να σε παίρνει ο ύπνος στον καναπέ και να έρχεται ο παππούς να σε σκεπάζει με το σακάκι του.

«Πάντα με γέλιο ήτανε ο παππούς σας.Ακόμα και να σε έβριζε χαμογελώντας θα το έκανε»μας είχε πει ένα συγγενής στα 40.
«Η χαρά μέσα στο σπίτι ήτανε»είχε πει κάποιος άλλος.

 Ο μπαμπάς είπε ότι σαν μεγάλος ή θα σου πέρναγε αδιάφορος ο παππούς ή θα τον συμπαθούσες πολύ.Αλλά σαν παιδί θα τον λάτρευες.

Και όντως για εμένα ήταν πάντα το τέλειο.Και θα είναι για πάντα το τέλειο.Και ίσως αυτό να είναι τελικά πραγματική αγάπη.Να αγαπάς τον άλλον και με τις παραξενιές του και με την γκρίνια του και με τα όλα του.Και εμένα δεν με ένοιαζε ότι και να έλεγε,ακόμα και όταν γκρίνιαζε.Μετά πάντα σκεφτόμουν ότι τον αγαπώ.Και ότι έχω τον καλύτερο παππού στον κόσμο.Τον πιο γλύκό.Με τα πιο φωτεινά πράσινα μάτια.





Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει;
Να' ναι εκεί όταν γελάς κι όταν φοβάσαι.
Να' ναι εκεί όταν μεθάς κι όταν λυπάσαι.
Κι όταν κρύβεσαι στης μοναξιάς τα μέρη.

Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Να μη μοιάζει με κανένα.
Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Μα να μοιάζει μ' όλα όσα αγαπάς.

Τι τραγούδι να σου πω που να' χει αέρα;
Σαν κι αυτά μες τις κασέτες που 'χουν λιώσει.
Γιατί πάτησαν το χρόνο, σ' έχουν νιώσει.
Πήραν σήκωσαν το φως κι εδώ το φέραν.

Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Να μη μοιάζει με κανένα.
Τι τραγούδι να σου πω εκεί που πας;
Μα να μοιάζει μ' όλα όσα αγαπάς.

Τι τραγούδι να σου πω χωρίς ουσία;
Να το φτύνουν οι σοφοί κι οι μπερδεμένοι.
Να γεννιέται στα ρηχά κι εκεί να μένει.
Να μην έχει ούτε λάμψη,ούτε αξία.
Μα να φέγγει στη δική σου καταχνιά.




Της αγάπης την ουσία
την μετρώ στην απουσία


κι όλο γίνομαι κομμάτια


πράσινα γλυκά μου μάτια


Όσα κι αν ήξερα τα ξέχασα κοντά σου


και την ματιά σου έχω μόνο φυλαχτό


μ' ένα χαμόγελο τα σύννεφα σκορπίζεις

και με φωτίζεις μ' ένα φως αληθινό, αληθινό



ΥΓ:Η κυρία Μ. σ'ένα μνμ μας της μου έγραψε ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν οι άλλοι τους ξεχνάνε.Και μου είπε να το θυμάμαι καλά αυτό.
ΥΓ2:Γράφοντας αυτή την ανάρτηση κύλησαν πολλές φορές δάκρυα στα μάτια μου.:/
ΥΓ3:Η ειρωνεία είναι πως αρχές Αυγούστου καθόμασταν μαζί με μία φίλη μας,και τι έλεγα εντάξει ΤΙ χειρότερο μπορεί να μου συμβεί πια.Όλα τα χάλια αυτή την χρονιά έχουν έρθει.Τί αλλο όμως?..Και να που υπήρχε και συνέχεια.

Καληνύχτα σ'όλους.:)